τρικράνι

τρικράνι
τό
1) трезубец; 2) см. τρίκρανο

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Смотреть что такое "τρικράνι" в других словарях:

  • τρικράνι — το 1. καμάκι με τρεις αιχμές, τρίαινα. 2. γεωργικό εργαλείο όμοιου σχήματος, τρίκρανο: Με το τρικράνι μάζεψε το άχυρο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • τρικράνι — το, Ν 1. γεωργικό εργαλείο με τρεις αιχμές, τρίκρανο 2. αλιευτικό εργαλείο με τρεις αιχμές, τρίαινα. [ΕΤΥΜΟΛ. < αρχ. επίθ. τρίκρανος «τρικέφαλος», μέσω ενός αμάρτυρου υποκορ. *τρικράνιον] …   Dictionary of Greek

  • θρίναξ — (I) θρῑναξ, ακος, ὁ (Α) γεωργικό εργαλείο που χρησιμοποιείται για το λίχνισμα τού σιταριού, τρικάνι, καρπολόγι. [ΕΤΥΜΟΛ. Τεχνικός όρος, αβέβαιης ετυμολ., με κατάληξη ᾰξ*. Υποτέθηκε ότι πρόκειται για σύνθετη λ. με α συνθετικό τρι (< τρία), δηλ …   Dictionary of Greek

  • τρίαινα — η, ΝΜΑ μυθ. όπλο και σύμβολο τού Ποσειδώνος («ἐτάραξε δὲ πόντον χερσὶ τρίαιναν ἑλών» Ομ. Οδ.) νεοελλ. καμάκι με τρεις αιχμές για αλιεία μεγάλων ψαριών, το τρικράνι αρχ. 1. είδος περόνης με τρεις οδόντες 2. τριαινοειδές δόρυ 3. μέσο με το οποίο… …   Dictionary of Greek

  • τρίκρανο — το, Ν το γεωργικό εργαλείο τρικράνι. [ΕΤΥΜΟΛ. Ουσιαστικοποιημένος τ. του ουδ. τού αρχ. επιθ. τρίκρανος] …   Dictionary of Greek

  • τρίαινα — η 1. καμάκι με τρεις αιχμές για το ψάρεμα μεγάλων ψαριών, τρικράνι. 2. όπλο και σύμβολο του Ποσειδώνα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»